范畴 έννοια και προφορά

范畴
Απλοποιημένη λέξη
範疇
Παραδοσιακή λέξη

范畴 ελληνικός ορισμός

fàn chóu

  • κατηγορία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fàn): ανεμιστήρας
  • (chóu): τομέα