萌芽 έννοια και προφορά

萌芽
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

萌芽 ελληνικός ορισμός

méng yá

  • μπουμπούκι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 萌 (méng): χαριτωμένος
  • 芽 (yá): μπουμπούκι