蜜蜂 έννοια και προφορά

蜜蜂
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

蜜蜂 ελληνικός ορισμός

mì fēng

  • μέλισσα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 蜜 (mì): μέλι
  • 蜂 (fēng): μέλισσα