行列 έννοια και προφορά

行列
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

行列 ελληνικός ορισμός

háng liè

  • βαθμοί

HSK level


Χαρακτήρες

  • 行 (xíng): σειρά
  • 列 (liè): στήλη