行李箱 έννοια και προφορά

行李箱
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

行李箱 ελληνικός ορισμός

xíng lǐ xiāng

  • κορμός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (xíng): σειρά
  • (lǐ): υπήνεμος
  • (xiāng): κουτί

Παραδείγματα ποινών με 行李箱

  • 请把行李箱打开。
    Qǐng bǎ xínglǐ xiāng dǎkāi.
  • 爸爸手里提着一个行李箱。
    Bàba shǒu lǐ tízhe yīgè xínglǐ xiāng.