衔接 έννοια και προφορά

衔接
Απλοποιημένη λέξη
銜接
Παραδοσιακή λέξη

衔接 ελληνικός ορισμός

xián jiē

  • σύνδεση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 衔 (xián): τίτλος
  • 接 (jiē): μαζεύω