裁判 έννοια και προφορά

裁判
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

裁判 ελληνικός ορισμός

cái pàn

  • διαιτητής

HSK level


Χαρακτήρες

  • 裁 (cái): τομή
  • 判 (pàn): δικαστής