见闻 έννοια και προφορά

见闻
Απλοποιημένη λέξη
見聞
Παραδοσιακή λέξη

见闻 ελληνικός ορισμός

jiàn wén

  • η γνώση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 见 (jiàn): βλέπω
  • 闻 (wén): μυρωδιά