观众 έννοια και προφορά

观众
Απλοποιημένη λέξη
觀衆
Παραδοσιακή λέξη

观众 ελληνικός ορισμός

guān zhòng

  • ακροατήριο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (guān): θέα
  • (zhòng): πλήθος

Παραδείγματα ποινών με 观众

  • 电视机前的观众朋友们,大家好。
    Diànshì jī qián de guānzhòng péngyǒumen, dàjiā hǎo.