觉悟 έννοια και προφορά

觉悟
Απλοποιημένη λέξη
覺悟
Παραδοσιακή λέξη

觉悟 ελληνικός ορισμός

jué wù

  • συνείδηση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 觉 (jué): αφή
  • 悟 (wù): συνειδητοποιώ