计较 έννοια και προφορά

计较
Απλοποιημένη λέξη
計較
Παραδοσιακή λέξη

计较 ελληνικός ορισμός

jì jiào

  • νοιαζομαι για

HSK level


Χαρακτήρες

  • 计 (jì): μετρητής
  • 较 (jiào): περισσότερο