许可 έννοια και προφορά

许可
Απλοποιημένη λέξη
許可
Παραδοσιακή λέξη

许可 ελληνικός ορισμός

xǔ kě

  • άδεια

HSK level


Χαρακτήρες

  • (xǔ): xu
  • (kě): μπορώ