论证 έννοια και προφορά

论证
Απλοποιημένη λέξη
論證
Παραδοσιακή λέξη

论证 ελληνικός ορισμός

lùn zhèng

  • διαφωνία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lùn): μικρό
  • (zhèng): πιστοποιητικό