说服 έννοια και προφορά

说服
Απλοποιημένη λέξη
說服
Παραδοσιακή λέξη

说服 ελληνικός ορισμός

shuō fú

  • πείθω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shuō): λένε
  • (fú): ρούχα