赋予 έννοια και προφορά

赋予
Απλοποιημένη λέξη
賦予
Παραδοσιακή λέξη

赋予 ελληνικός ορισμός

fù yǔ

  • δίνω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 赋 (fù): προικίζω
  • 予 (yǔ): δίνω