跟随 έννοια και προφορά

跟随
Απλοποιημένη λέξη
跟隨
Παραδοσιακή λέξη

跟随 ελληνικός ορισμός

gēn suí

  • ακολουθηστε

HSK level


Χαρακτήρες

  • (gēn): με
  • (suí): ακολουθηστε