躲藏 έννοια και προφορά

躲藏
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

躲藏 ελληνικός ορισμός

duǒ cáng

  • κρύβω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (duǒ): κρύβω
  • (cáng): θιβετιανά