轮廓 έννοια και προφορά

轮廓
Απλοποιημένη λέξη
輪廓
Παραδοσιακή λέξη

轮廓 ελληνικός ορισμός

lún kuò

  • περίγραμμα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 轮 (lún): ρόδα
  • 廓 (kuò): περίγραμμα