辣椒 έννοια και προφορά

辣椒
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

辣椒 ελληνικός ορισμός

là jiāo

  • κοκκινοπίπερο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 辣 (là): ζεστό
  • 椒 (jiāo): πιπέρι