边界 έννοια και προφορά

边界
Απλοποιημένη λέξη
邊界
Παραδοσιακή λέξη

边界 ελληνικός ορισμός

biān jiè

  • όριο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 边 (biān): πλευρά
  • 界 (jiè): κόσμος