过期 έννοια και προφορά

过期
Απλοποιημένη λέξη
過期
Παραδοσιακή λέξη

过期 ελληνικός ορισμός

guò qī

  • έχει λήξει

HSK level


Χαρακτήρες

  • 过 (guò): πέρασμα
  • 期 (qī): περίοδος