过渡 έννοια και προφορά

过渡
Απλοποιημένη λέξη
過渡
Παραδοσιακή λέξη

过渡 ελληνικός ορισμός

guò dù

  • μετάβαση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 过 (guò): πέρασμα
  • 渡 (dù): διάβαση