违背 έννοια και προφορά

违背
Απλοποιημένη λέξη
違背
Παραδοσιακή λέξη

违背 ελληνικός ορισμός

wéi bèi

  • πηγαινω εναντια

HSK level


Χαρακτήρες

  • (wéi): παραβιάζω
  • (bèi): πίσω