逮捕 έννοια και προφορά

逮捕
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

逮捕 ελληνικός ορισμός

dài bǔ

  • σύλληψη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 逮 (dǎi): σύλληψη
  • 捕 (bǔ): σύλληψη