遏制 έννοια και προφορά

遏制
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

遏制 ελληνικός ορισμός

è zhì

  • περιέχω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 遏 (è): να σταματήσει
  • 制 (zhì): σύστημα