酱油 έννοια και προφορά

酱油
Απλοποιημένη λέξη
醬油
Παραδοσιακή λέξη

酱油 ελληνικός ορισμός

jiàng yóu

  • σάλτσα σόγιας

HSK level


Χαρακτήρες

  • 酱 (jiàng): σάλτσα
  • 油 (yóu): λάδι