重叠 έννοια και προφορά

重叠
Απλοποιημένη λέξη
重疊
Παραδοσιακή λέξη

重叠 ελληνικός ορισμός

chóng dié

  • επικάλυψη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 重 (zhòng): βάρος
  • 叠 (dié): σωρός