锋利 έννοια και προφορά

锋利
Απλοποιημένη λέξη
鋒利
Παραδοσιακή λέξη

锋利 ελληνικός ορισμός

fēng lì

  • αιχμηρός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fēng): εμπρός
  • (lì): κέρδος