间谍 έννοια και προφορά

间谍
Απλοποιημένη λέξη
間諜
Παραδοσιακή λέξη

间谍 ελληνικός ορισμός

jiàn dié

  • κατάσκοπος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 间 (jiān): μεταξύ
  • 谍 (dié): κατάσκοπος