间隔 έννοια και προφορά

间隔
Απλοποιημένη λέξη
間隔
Παραδοσιακή λέξη

间隔 ελληνικός ορισμός

jiàn gé

  • διάστημα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 间 (jiān): μεταξύ
  • 隔 (gé): ξεχωριστός