附属 έννοια και προφορά

附属
Απλοποιημένη λέξη
附屬
Παραδοσιακή λέξη

附属 ελληνικός ορισμός

fù shǔ

  • συνημμένο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fù): συνημμένο
  • (shǔ): ανήκει σε