随即 έννοια και προφορά

随即
Απλοποιημένη λέξη
隨即
Παραδοσιακή λέξη

随即 ελληνικός ορισμός

suí jí

  • αμέσως

HSK level


Χαρακτήρες

  • 随 (suí): ακολουθηστε
  • 即 (jí): το οποίο είναι