随意 έννοια και προφορά

随意
Απλοποιημένη λέξη
隨意
Παραδοσιακή λέξη

随意 ελληνικός ορισμός

suí yì

  • τυχαίος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 随 (suí): ακολουθηστε
  • 意 (yì): έννοια