随手 έννοια και προφορά

随手
Απλοποιημένη λέξη
隨手
Παραδοσιακή λέξη

随手 ελληνικός ορισμός

suí shǒu

  • ανέμελα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 随 (suí): ακολουθηστε
  • 手 (shǒu): χέρι