难堪 έννοια και προφορά

难堪
Απλοποιημένη λέξη
難堪
Παραδοσιακή λέξη

难堪 ελληνικός ορισμός

nán kān

  • αμήχανος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 难 (nán): δύσκολος
  • 堪 (kān): αξιος