难过 έννοια και προφορά

难过
Απλοποιημένη λέξη
難過
Παραδοσιακή λέξη

难过 ελληνικός ορισμός

nán guò

  • λυπημένος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (nán): δύσκολος
  • (guò): πέρασμα

Παραδείγματα ποινών με 难过

  • 我从他的脸上,没看出他难过来。
    Wǒ cóng tā de liǎn shàng, méi kàn chū tā nánguò lái.
  • 他要离开了,我很难过。
    Tā yào líkāile, wǒ hěn nánguò.