零件 έννοια και προφορά

零件
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

零件 ελληνικός ορισμός

líng jiàn

  • συστατικά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 零 (líng): μηδέν
  • 件 (jiàn): κομμάτια