零钱 έννοια και προφορά

零钱
Απλοποιημένη λέξη
零錢
Παραδοσιακή λέξη

零钱 ελληνικός ορισμός

líng qián

  • μικρή αλλαγή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 零 (líng): μηδέν
  • 钱 (qián): χρήματα

Παραδείγματα ποινών με 零钱

  • 您可以帮我换一些零钱吗?
    Nín kěyǐ bāng wǒ huàn yīxiē língqián ma?