震撼 έννοια και προφορά

震撼
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

震撼 ελληνικός ορισμός

zhèn hàn

  • αποπληξία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (zhèn): αποπληξία
  • (hàn): σέικ