面貌 έννοια και προφορά

面貌
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

面貌 ελληνικός ορισμός

miàn mào

  • πρόσωπο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (miàn): επιφάνεια
  • (mào): εμφάνιση