频率 έννοια και προφορά

频率
Απλοποιημένη λέξη
頻率
Παραδοσιακή λέξη

频率 ελληνικός ορισμός

pín lv4

  • συχνότητα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 频 (pín): συχνότητα
  • 率 (lǜ): τιμή