颠簸 έννοια και προφορά

颠簸
Απλοποιημένη λέξη
顛簸
Παραδοσιακή λέξη

颠簸 ελληνικός ορισμός

diān bǒ

  • προσκρούσεις

HSK level


Χαρακτήρες

  • 颠 (diān): χτύπημα
  • 簸 (bǒ): τινάσσω