飞禽走兽 έννοια και προφορά

飞禽走兽
Απλοποιημένη λέξη
飛禽走獸
Παραδοσιακή λέξη

飞禽走兽 ελληνικός ορισμός

fēi qín zǒu shòu

  • πουλιά και θηρία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 飞 (fēi): πετώ
  • 禽 (qín): πουλιά
  • 走 (zǒu): πηγαίνω
  • 兽 (shòu): θηρίο