飞跃 έννοια και προφορά

飞跃
Απλοποιημένη λέξη
飛躍
Παραδοσιακή λέξη

飞跃 ελληνικός ορισμός

fēi yuè

  • πηδάω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 飞 (fēi): πετώ
  • 跃 (yuè): άλμα