首饰 έννοια και προφορά

首饰
Απλοποιημένη λέξη
首飾
Παραδοσιακή λέξη

首饰 ελληνικός ορισμός

shǒu shì

  • κοσμήματα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 首 (shǒu): πρώτα
  • 饰 (shì): διακοσμώ