驱逐 έννοια και προφορά

驱逐
Απλοποιημένη λέξη
驅逐
Παραδοσιακή λέξη

驱逐 ελληνικός ορισμός

qū zhú

  • αποβάλλω

HSK level


Χαρακτήρες

  • (qū): οδηγώ
  • (zhú): ενα ένα