驻扎 έννοια και προφορά

驻扎
Απλοποιημένη λέξη
駐紮
Παραδοσιακή λέξη

驻扎 ελληνικός ορισμός

zhù zhā

  • σταθμευμένος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 驻 (zhù): κάτοικος
  • 扎 (zhā): γραβάτα