高潮 έννοια και προφορά

高潮
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

高潮 ελληνικός ορισμός

gāo cháo

  • κορύφωση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 高 (gāo): υψηλός
  • 潮 (cháo): παλίρροια