麻烦 έννοια και προφορά

麻烦
Απλοποιημένη λέξη
麻煩
Παραδοσιακή λέξη

麻烦 ελληνικός ορισμός

má fan

  • ταλαιπωρία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (má): κάνναβις
  • (fán): ενόχληση

Παραδείγματα ποινών με 麻烦

  • 这件事儿很麻烦,我们需要你的帮助。
    Zhè jiàn shì er hěn máfan, wǒmen xūyào nǐ de bāngzhù.
  • 麻烦您帮我拿个杯子好吗?
    Máfan nín bāng wǒ ná gè bēizi hǎo ma?
  • 真不好意思,给你带来这么多麻烦。
    Zhēn bù hǎoyìsi, gěi nǐ dài lái zhème duō máfan.