黎明 έννοια και προφορά

黎明
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

黎明 ελληνικός ορισμός

lí míng

  • αυγή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 黎 (lí): λι
  • 明 (míng): λαμπρός